Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Summerhouse
01
καλοκαιρινό σπίτι, κιοσκί
a small, detached structure or garden building typically used as a retreat or leisure space during the warmer months
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
summerhouses
Λεξικό Δέντρο
summerhouse
summer
house



























