suicide
sui
ˈsju:ɪ
syooi
cide
ˌsaɪd
said

Ορισμός και σημασία του "suicide"στα αγγλικά

01

αυτοκτονία, αυτοχειρία

the act of intentionally taking one's own life 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
suicides
Παραδείγματα
She was devastated by the news of her friend's suicide. 

Ήταν συντριμμένη από την είδηση της αυτοκτονίας του φίλου της.

1.1

αυτοκτονία, αυτοκαταστροφική συμπεριφορά

a self-destructive or self-sabotaging behavior or action 
Παραδείγματα
His refusal to seek help for his addiction was considered a form of slow suicide. 

Η άρνησή του να ζητήσει βοήθεια για τον εθισμό του θεωρήθηκε ως μια μορφή αργής αυτοκτονίας.

02

αυτοκτονία, άτομο που αυτοκτόνησε

a person who intentionally takes their own life 
Παραδείγματα
The family was devastated to learn that he was a suicide. 

Η οικογένεια ήταν συντριμμένη όταν έμαθε ότι ήταν αυτοκτονίας.

to suicide
01

αυτοκτονώ, βάζω τέλος στη ζωή μου

to intentionally end one's own life 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
suicide
γ΄ ενικό πρόσωπο
suicides
ενεστώτα μετοχή
suiciding
απλός αόριστος
suicided
παθητική μετοχή
suicided
Παραδείγματα
The isolation and stress led him to consider suiciding himself during his darkest moments. 

Η απομόνωση και το στρες τον οδήγησαν να σκεφτεί την αυτοκτονία κατά τις πιο σκοτεινές στιγμές του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store