suffering
su
ˈsʌ
σα
ffe
φα
ring
rɪng
ρινγκ
buffering

Ορισμός και σημασία του "suffering"στα αγγλικά

01

ταλαιπωρία, πόνος

feelings of mental or physical pain 
suffering definition and meaning
02

ταλαιπωρία, πόνος

the state of experiencing discomfort, distress, or hardship 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
She endured months of suffering after her surgery. 

Υπέμεινε μήνες ταλαιπωρίας μετά την εγχείρισή της.

03

ταλαιπωρία, πόνος

misery resulting from affliction 
04

ταλαιπωρία

psychological suffering 
01

ταλαιπωρημένος, πονούμενος

feeling pain, distress, or hardship 
suffering definition and meaning
Παραδείγματα
The injured athlete displayed a suffering expression as he limped off the field, clutching his leg in pain. 

Ο τραυματισμένος αθλητής έδειξε μια έκφραση βάσανος καθώς κουτσούληγε έξω από το γήπεδο, κρατώντας το πόδι του από τον πόνο.

02

ταλαιπωρημένος, θλιμμένος

troubled by pain or loss 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most suffering
συγκριτικός βαθμός
more suffering
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, health, experience

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

suffering
suffer
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store