to sudate
Pronunciation
/sˈuːdeɪt/

Ορισμός και σημασία του "sudate"στα αγγλικά

to sudate
01

ιδρώνω, εκκρίνω ιδρώτα

excrete perspiration through the pores in the skin
to sudate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sudate
γ΄ ενικό πρόσωπο
sudates
ενεστώτα μετοχή
sudating
απλός αόριστος
sudated
παθητική μετοχή
sudated
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store