Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Suction
01
αναρρόφηση, ρούφηγμα
the act of sucking
02
αναρρόφηση, ουσία
the act of pulling something in by using air, water, or another force to create a space with lower pressure
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
A doctor used suction to clear water from the baby's mouth.
Ένας γιατρός χρησιμοποίησε αναρρόφηση για να αφαιρέσει νερό από το στόμα του μωρού.
to suction
01
απορροφώ, ρουφώ
empty or clean (a body cavity) by the force of suction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
suction
γ΄ ενικό πρόσωπο
suctions
ενεστώτα μετοχή
suctioning
απλός αόριστος
suctioned
παθητική μετοχή
suctioned
02
απορροφώ, ρουφώ
remove or draw away by the force of suction



























