suction
suc
ˈsʌk
sak
tion
ʃən
shēn
section

Ορισμός και σημασία του "suction"στα αγγλικά

01

αναρρόφηση, ρούφηγμα

the act of sucking 
suction definition and meaning
02

αναρρόφηση, ουσία

the act of pulling something in by using air, water, or another force to create a space with lower pressure 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The vacuum cleaner uses suction to pick up dust. 

Η ηλεκτρική σκούπα χρησιμοποιεί αναρρόφηση για να μαζέψει τη σκόνη.

to suction
01

απορροφώ, ρουφώ

empty or clean (a body cavity) by the force of suction 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
suction
γ΄ ενικό πρόσωπο
suctions
ενεστώτα μετοχή
suctioning
απλός αόριστος
suctioned
παθητική μετοχή
suctioned
02

απορροφώ, ρουφώ

remove or draw away by the force of suction 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store