Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sucking
01
ρούφηγμα, απορρόφηση
the act of sucking
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
sucking
suck



























