sucking
su
ˈsʌ
σα
cking
kɪng
κινγκ
/ˈsʌkɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "sucking"στα αγγλικά

01

ρούφηγμα, απορρόφηση

the act of sucking
sucking definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store