Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sucker punch
01
χτυπώ αιφνιδιαστικά, ρίχνω κρυφό γροθιά
to hit someone unexpectedly and without warning
Transitive: to sucker punch sb
Παραδείγματα
The unsuspecting victim was hurt when someone sucker punched them in the crowded street.
Το αφελές θύμα τραυματίστηκε όταν κάποιος του έριξε απροσδόκητη γροθιά στο γεμάτο δρόμο.
Sucker punch
01
απρόσμενο γροθιά, χτύπημα από τα μετόπισθεν
an unexpected punch



























