Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to subtract
01
αφαιρώ
(mathematics) to take a number from another number and find out the difference
Transitive: to subtract a number | to subtract a number from another
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
subtract
γ΄ ενικό πρόσωπο
subtracts
ενεστώτα μετοχή
subtracting
απλός αόριστος
subtracted
παθητική μετοχή
subtracted
Παραδείγματα
If you subtract 4 from 9, you get 5.
Αν αφαιρέσεις 4 από το 9, παίρνεις 5.
02
αφαιρώ, απομακρύνω
to remove or take something away
Transitive: to subtract specific elements or parts
Παραδείγματα
Subtracting too many key details weakened his argument.
Η αφαίρεση πολλών βασικών λεπτομερειών αποδυνάμωσε το επιχείρημά του.
Λεξικό Δέντρο
subtracter
subtract



























