Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Subsistence
01
επιβίωση, διαβίωση
a situation in which one has just enough money or food to survive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
subsistences
Παραδείγματα
The workers earned barely enough for subsisten
Οι εργαζόμενοι κέρδιζαν μόλις αρκετά για επιβίωση.
02
επιβίωση, μέσο διαβίωσης
a source for getting basic necessities in order to survive
03
επιβίωση, ύπαρξη
the state of existing in reality; having substance
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
subsistence
subsist



























