Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to subsidize
01
επιδοτώ, χρηματοδοτώ
to provide financial support, typically from the government or an organization, to help reduce the cost of goods, services, or certain activities
Transitive: to subsidize the cost of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
subsidize
γ΄ ενικό πρόσωπο
subsidizes
ενεστώτα μετοχή
subsidizing
απλός αόριστος
subsidized
παθητική μετοχή
subsidized
Παραδείγματα
The government decided to subsidize the cost of public transportation to encourage its use.
Η κυβέρνηση αποφάσισε να επιδοτήσει το κόστος των δημόσιων συγκοινωνιών για να ενθαρρύνει τη χρήση τους.
Λεξικό Δέντρο
subsidized
subsidizer
subsidize
subsidy



























