Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Subservience
01
υποταγή, δουλοπρέπεια
the quality of obeying other people without any question
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
υποταγή, δουλοπρέπεια
the condition of being something that is useful in reaching an end or carrying out a plan
03
υποταγή, υποτέλεια
in a subservient state
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
subservience
subservi



























