Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to subscribe to
01
εγγραφή, λαμβάνω τακτικά
receive or obtain regularly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
subscribe
ενεστώτας
subscribe to
γ΄ ενικό πρόσωπο
subscribes to
ενεστώτα μετοχή
subscribing to
απλός αόριστος
subscribed to
παθητική μετοχή
subscribed to
02
εγγραφή, υποστηρίζω
to support or agree with an idea, opinion, etc.
Transitive



























