subject case
sub
ˈsʌb
sab
ject
ʤɛkt
jekt
case
keɪs
keis

Ορισμός και σημασία του "subject case"στα αγγλικά

01

υποκειμενική πτώση, ονομαστική πτώση

a grammatical case for the noun or pronoun that performs the action in a sentence 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
subject cases
Παραδείγματα
"They" in "They are studying for the test" is in the subject case. 

"Αυτοί" στο "Αυτοί μελετούν για το τεστ" είναι στην ονομαστική πτώση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store