Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Subcommittee
01
υποεπιτροπή, υποεπιτροπή
a subset of committee members organized for a specific purpose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
subcommittees
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
subcommittee
committee



























