to stutter
stu
ˈstʌ
sta
tter
shuttersputter

Ορισμός και σημασία του "stutter"στα αγγλικά

to stutter
01

τραυλίζω, γκαστρώνω

to speak with involuntary repetitive sounds or interruptions in the flow of speech 
Intransitive
to stutter definition and meaning
Παραδείγματα
When asked to speak in front of the class, he began to stutter due to nervousness. 

Όταν του ζητήθηκε να μιλήσει μπροστά στην τάξη, άρχισε να τραυλίζει λόγω νευρικότητας.

02

τραυλίζω, κομπάζω

to make an irregular sequence of short, sharp sounds 
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
stutter
γ΄ ενικό πρόσωπο
stutters
ενεστώτα μετοχή
stuttering
απλός αόριστος
stuttered
παθητική μετοχή
stuttered
Παραδείγματα
The old car stuttered as it struggled to start on the cold winter morning. 

Το παλιό αυτοκίνητο τραύλιζε καθώς πάλευε να ξεκινήσει στο κρύο χειμωνιάτικο πρωί.

01

τραύλισμα, λαλιά

a speech disorder involving hesitations and involuntary repetitions of certain sounds 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stutters

Λεξικό Δέντρο

stuttering
stutter
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store