Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stutter
01
τραυλίζω, γκαστρώνω
to speak with involuntary repetitive sounds or interruptions in the flow of speech
Intransitive
Παραδείγματα
When asked to speak in front of the class, he began to stutter due to nervousness.
Όταν του ζητήθηκε να μιλήσει μπροστά στην τάξη, άρχισε να τραυλίζει λόγω νευρικότητας.
02
τραυλίζω, κομπάζω
to make an irregular sequence of short, sharp sounds
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
stutter
γ΄ ενικό πρόσωπο
stutters
ενεστώτα μετοχή
stuttering
απλός αόριστος
stuttered
παθητική μετοχή
stuttered
Παραδείγματα
The old car stuttered as it struggled to start on the cold winter morning.
Το παλιό αυτοκίνητο τραύλιζε καθώς πάλευε να ξεκινήσει στο κρύο χειμωνιάτικο πρωί.
Stutter
01
τραύλισμα, λαλιά
a speech disorder involving hesitations and involuntary repetitions of certain sounds
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stutters
Λεξικό Δέντρο
stuttering
stutter



























