stumpy
stum
ˈstʌm
σταμ
py
pi
πι
/stˈʌmpi/

Ορισμός και σημασία του "stumpy"στα αγγλικά

01

χοντροκομμένος, κοντός και χοντρός

short and thick in form or appearance
stumpy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
stumpiest
συγκριτικός βαθμός
stumpier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sculpture featured a stumpy figure, adding a touch of humor to the artwork.
Η γλυπτική παρουσίαζε μια κοντόχοντρη φιγούρα, προσθέτοντας μια πινελιά χιούμορ στο έργο τέχνης.

Λεξικό Δέντρο

stumpy
stump
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store