stumpy
stum
ˈstʌm
stam
py
pi
pi
scrumpy

Ορισμός και σημασία του "stumpy"στα αγγλικά

01

χοντροκομμένος, κοντός και χοντρός

short and thick in form or appearance 
stumpy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
stumpiest
συγκριτικός βαθμός
stumpier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The tree's stumpy branches gave it a rugged, weathered look. 

Τα κοντά κλαδιά του δέντρου του έδωσαν μια ανθεκτική, φθαρμένη εμφάνιση.

Λεξικό Δέντρο

stumpy
stump
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store