stumblebum
stum
ˈstʌm
stam
ble
bəl
bēl
bum
bəm
bēm
/stˈʌmbəlbəm/

Ορισμός και σημασία του "stumblebum"στα αγγλικά

01

αδέξιος, ατσούμπαλος

a clumsy, blundering, or inept person
stumblebum definition and meaning
Informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stumblebums
Παραδείγματα
She laughed when her stumblebum husband tried to dance and fell over the coffee table.
Γέλασε όταν ο αδέξιος σύζυγός της προσπάθησε να χορέψει και έπεσε πάνω στο τραπέζι του καφέ.
02

ένας πυγμάχος δεύτερης κατηγορίας, ένας μέτριος μαχητής

a second-rate prize fighter
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store