Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
studious
01
μελετηρός, επίμονος
hardworking, committed, and deeply engaged in the pursuit of a particular goal or objective
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most studious
συγκριτικός βαθμός
more studious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The studious child always completed homework on time.
Το επίμονο παιδί πάντα τελείωνε τις εργασίες του εγκαίρως.
02
μελετηρός, επίμονος
very passionate about studying or reading
Παραδείγματα
The studious child preferred reading to playing outside.
Το μελετηρό παιδί προτιμούσε την ανάγνωση από το να παίζει έξω.
Λεξικό Δέντρο
studiously
studiousness
unstudious
studious



























