Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stucco
01
στόκος, διακοσμητικό γύψο
a type of plaster used for covering walls and ceilings, which leaves a rough surface and is also used to form decorative structures
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
to stucco
01
επιστρώνω με στόκο, καλύπτω με στόκο
coat with stucco
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
stucco
γ΄ ενικό πρόσωπο
stuccoes
ενεστώτα μετοχή
stuccoing
απλός αόριστος
stuccoed
παθητική μετοχή
stuccoed
02
στοκάρω, διακοσμώ με στόκο
decorate with stucco work



























