stucco
stu
ˈstə
στα
cco
koʊ
κου
/stˈʌkə‌ʊ/

Ορισμός και σημασία του "stucco"στα αγγλικά

01

στόκος, διακοσμητικό γύψο

a type of plaster used for covering walls and ceilings, which leaves a rough surface and is also used to form decorative structures
stucco definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
to stucco
01

επιστρώνω με στόκο, καλύπτω με στόκο

coat with stucco
to stucco definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
stucco
γ΄ ενικό πρόσωπο
stuccoes
ενεστώτα μετοχή
stuccoing
απλός αόριστος
stuccoed
παθητική μετοχή
stuccoed
02

στοκάρω, διακοσμώ με στόκο

decorate with stucco work
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store