stubbly
stubb
ˈstʌb
stab
ly
li
li
stubby

Ορισμός και σημασία του "stubbly"στα αγγλικά

01

με μερικές μέρες γένια, αξύριστος

having a short growth of beard 
stubbly definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stubbly
συγκριτικός βαθμός
more stubbly
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store