Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Striving
01
προσπάθεια, αγώνας
the act of making a great effort to accomplish or do something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
striving
strive



























