Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to strive
01
πασχίζω, προσπαθώ
to try as hard as possible to achieve a goal
Transitive: to strive to do sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
strive
γ΄ ενικό πρόσωπο
strives
ενεστώτα μετοχή
striving
απλός αόριστος
strove
παθητική μετοχή
striven
Παραδείγματα
Despite facing obstacles, she strives to excel in her academic pursuits.
Παρά τα εμπόδια, προσπαθεί να διακριθεί στις ακαδημαϊκές της προσπάθειες.
02
αγωνίζομαι, παλεύω
to make great efforts or struggle in opposition, often in contention or dispute
Intransitive: to strive against a force or opposition
Παραδείγματα
Workers in the factory strive against unfavorable conditions, advocating for better wages and improved working environments.
Οι εργάτες στο εργοστάσιο αγωνίζονται εναντίον δυσμενών συνθηκών, υποστηρίζοντας καλύτερους μισθούς και βελτιωμένα εργασιακά περιβάλλοντα.
Λεξικό Δέντρο
striver
striving
strive



























