Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to strip-search
01
έρευνα γυμνού, έρευνα με απογύμνωση
to search a person by having them remove their clothes to check for hidden items
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
strip-search
γ΄ ενικό πρόσωπο
strip-searches
ενεστώτα μετοχή
strip-searching
απλός αόριστος
strip-searched
παθητική μετοχή
strip-searched
Παραδείγματα
Officers strip-searched the prisoner for any concealed objects.
Οι αξιωματικοί έκαναν έρευνα με γδύσιμο στον κρατούμενο για κρυμμένα αντικείμενα.



























