Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to string along
01
ακολουθώ, συνοδεύω
move or come along
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
along
βασικό ρήμα
string
ενεστώτας
string along
γ΄ ενικό πρόσωπο
strings along
ενεστώτα μετοχή
stringing along
απλός αόριστος
strung along
παθητική μετοχή
strung along
02
εξαπατώ, παραπλανώ
to mislead someone into believing something that isn't true
ανεπίσημο
Παραδείγματα
He was being strung along by promises of a promotion that never came.
Τον γελοιοποιούσαν με υποσχέσεις προαγωγής που ποτέ δεν ήρθαν.



























