Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Strikeout
01
στράικ άουτ, έξω με τρεις στράικ
an out that happens when a batter receives three strikes during their turn at bat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
strikeouts
Παραδείγματα
He avoided a strikeout by fouling off several tough pitches.
Απέφυγε μια αποβολή με το να χτυπήσει σε φάουλ αρκετές δύσκολες βολές.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
strikeout
strike
out



























