beta
be
ˈbi:
bi
ta
zetadatathetapeseta

Ορισμός και σημασία του "beta"στα αγγλικά

01

βήτα, βήτα

the 2nd letter of the Greek alphabet 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
betas
02

υποτακτικός, αδύναμος

a submissive, weak, or low-status man, especially in contrast to an alpha 
προσβλητικό
αργκό
Παραδείγματα
Online forums mock quiet guys as betas who never get dates. 

Τα διαδικτυακά φόρουμ κοροϊδεύουν τους ήσυχους άνδρες ως beta που δεν κάνουν ποτέ ραντεβού.

01

βήτα, έκδοση βήτα

preliminary or testing stage of a software or hardware product 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
software, development, technology
02

δευτερεύων, υποδεέστερος

second in order of importance 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store