to punt on
Pronunciation
/pˈʌnt ˈɑːn/

Ορισμός και σημασία του "punt on"στα αγγλικά

to punt on
[phrase form: punt]
01

στοιχηματίζω σε, ποντάρω σε

to wager on something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
punt
ενεστώτας
punt on
γ΄ ενικό πρόσωπο
punts on
ενεστώτα μετοχή
punting on
απλός αόριστος
punted on
παθητική μετοχή
punted on
Παραδείγματα
He likes to punt on various sports events as a way to add excitement to watching games.
Του αρέσει να στοιχηματίζει σε διάφορα αθλητικά γεγονότα ως τρόπο να προσθέσει ενθουσιασμό στην παρακολούθηση των αγώνων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store