Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to punt on
01
στοιχηματίζω σε, ποντάρω σε
to wager on something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
punt
ενεστώτας
punt on
γ΄ ενικό πρόσωπο
punts on
ενεστώτα μετοχή
punting on
απλός αόριστος
punted on
παθητική μετοχή
punted on
Παραδείγματα
He decided to punt on the underdog team, hoping for a big payout.
Αποφάσισε να στοιχηματίσει στην ομάδα που θεωρείται χαμηλότερη, ελπίζοντας σε μια μεγάλη πληρωμή.



























