Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stretched
01
τεντωμένος, τραβηγμένος
pulled tight, spread out, or used to its limits, often making it thin, strained, or barely enough
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stretched
συγκριτικός βαθμός
more stretched
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The stretched rubber band was about to snap.
Η τεντωμένη λάστιχο ήταν έτοιμη να σπάσει.
02
τεντωμένος, χαλαρωμένος
(of muscles) relieved of stiffness by stretching
Λεξικό Δέντρο
stretched
stretch



























