Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stretched
01
τεντωμένος, τραβηγμένος
pulled tight, spread out, or used to its limits, often making it thin, strained, or barely enough
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stretched
συγκριτικός βαθμός
more stretched
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His stretched budget barely covered all his expenses.
Ο τεταμένος προϋπολογισμός του μόλις κάλυπτε όλα τα έξοδά του.
02
τεντωμένος, χαλαρωμένος
(of muscles) relieved of stiffness by stretching
Λεξικό Δέντρο
stretched
stretch



























