stressful
stress
ˈstrɛs
stres
ful
fʊl
fool
successfulunsuccessful

Ορισμός και σημασία του "stressful"στα αγγλικά

01

στρεσογόνος, αγχωτικός

causing mental or emotional strain or worry due to pressure or demands 
stressful definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stressful
συγκριτικός βαθμός
more stressful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The workload at her new job was incredibly stressful. 

Το φόρτο εργασίας στη νέα της δουλειά ήταν απίστευτα αγχωτικό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store