Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Strategy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
strategies
Παραδείγματα
The government introduced a strategy to reduce pollution.
Η κυβέρνηση εισήγαγε μια στρατηγική για τη μείωση της ρύπανσης.
02
στρατηγική, σχέδιο
a field of military science that deals with the planning of an attack or defense
Παραδείγματα
Analyzing historical battles provides valuable insights into the effectiveness of different military strategies.
Η ανάλυση ιστορικών μαχών παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για την αποτελεσματικότητα διαφορετικών στρατιωτικών στρατηγικών.
Λεξικό Δέντρο
strategist
strategy



























