straining
Pronunciation
/ˈstɹeɪnɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "straining"στα αγγλικά

01

εξαντλητικός, κουραστικός

taxing to the utmost; testing powers of endurance
straining definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most straining
συγκριτικός βαθμός
more straining
διαβαθμίσιμο
01

έντονη προσπάθεια

an intense or violent exertion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
strainings
02

παραμόρφωση, διαστρέβλωση

the act of distorting something so it seems to mean something it was not intended to mean
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store