Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
straining
01
εξαντλητικός, κουραστικός
taxing to the utmost; testing powers of endurance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most straining
συγκριτικός βαθμός
more straining
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
effort, endurance, challenge
Straining
01
έντονη προσπάθεια
an intense or violent exertion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
strainings
02
παραμόρφωση, διαστρέβλωση
the act of distorting something so it seems to mean something it was not intended to mean
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
straining
strain



























