stopover
stop
ˈstɒp
stop
o
əʊ
ew
ver
stover

Ορισμός και σημασία του "stopover"στα αγγλικά

01

ενδιάμεση στάση, προσωρινή στάση

a short stay at a place during a journey, typically for rest or transfer 
Dialectbritish flagBritish
layoveramerican flagAmerican
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stopovers
Παραδείγματα
We had a two-hour stopover in Paris. 

Είχαμε μια διακοπή δύο ωρών στο Παρίσι.

02

στάση, προσωρινή στάση

a designated place where travelers stop during a journey 
Παραδείγματα
The airport is a common stopover for international flights. 

Το αεροδρόμιο είναι μια κοινή στάση για τις διεθνείς πτήσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store