to stop up
stop
stɒp
stop
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "stop up"στα αγγλικά

to stop up
01

σφραγίζω, φράσσω

to seal something tightly 
to stop up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
stop
ενεστώτας
stop up
γ΄ ενικό πρόσωπο
stops up
ενεστώτα μετοχή
stopping up
απλός αόριστος
stopped up
παθητική μετοχή
stopped up
Παραδείγματα
She used a special wax to stop up the cracks in the old window. 

Χρησιμοποίησε ένα ειδικό κερί για να σφραγίσει τις ρωγμές στο παλιό παράθυρο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store