stoker
Pronunciation
/ˈstoʊkər/

Ορισμός και σημασία του "stoker"στα αγγλικά

01

στόκερ, τροφοδότης καμίνου

a mechanical device for stoking a furnace
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stokers
02

καπνιστής, εργάτης φούρνου

a laborer who tends fires (as on a coal-fired train or steamship)
03

Ιρλανδός συγγραφέας του μυθιστορήματος τρόμου για τον Δράκουλα (1847-1912), stoker

Irish writer of the horror novel about Dracula (1847-1912)
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store