Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stoker
01
στόκερ, τροφοδότης καμίνου
a mechanical device for stoking a furnace
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stokers
02
καπνιστής, εργάτης φούρνου
a laborer who tends fires (as on a coal-fired train or steamship)
03
Ιρλανδός συγγραφέας του μυθιστορήματος τρόμου για τον Δράκουλα (1847-1912), stoker
Irish writer of the horror novel about Dracula (1847-1912)
Λεξικό Δέντρο
stoker
stoke



























