Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stoke
01
φουρτώνω, τροφοδοτώ
to add fuel to a fire, metaphorically or literally, in order to increase its intensity or excitement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
stoke
γ΄ ενικό πρόσωπο
stokes
ενεστώτα μετοχή
stoking
απλός αόριστος
stoked
παθητική μετοχή
stoked
Παραδείγματα
Over the years, he has stoked controversy with his outspoken views on social issues.
Με τα χρόνια, έχει τροφοδοτήσει τη διαμάχη με τις ειλικρινείς απόψεις του για κοινωνικά θέματα.
Λεξικό Δέντρο
stoked
stoker
stoke



























