to stoke
stoke
stəʊk
stewk
smokestakestrokestore

Ορισμός και σημασία του "stoke"στα αγγλικά

to stoke
01

φουρτώνω, τροφοδοτώ

to add fuel to a fire, metaphorically or literally, in order to increase its intensity or excitement 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
stoke
γ΄ ενικό πρόσωπο
stokes
ενεστώτα μετοχή
stoking
απλός αόριστος
stoked
παθητική μετοχή
stoked
Παραδείγματα
The blacksmith stokes the forge to heat the metal for shaping. 

Ο σιδηρουργός φουρτώνει την καμίνω για να ζεστάνει το μέταλλο για διαμόρφωση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

stoked
stoker
stoke
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store