stoic
stoic
stoʊɪk
στουικ
/stˈə‍ʊɪk/

Ορισμός και σημασία του "stoic"στα αγγλικά

01

στοιχείο, απαθής

not displaying emotions and not complaining, especially in difficult and painful situations
stoic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stoic
συγκριτικός βαθμός
more stoic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His stoic demeanor helped him handle the stressful situation.
Η στοϊκή του συμπεριφορά τον βοήθησε να αντιμετωπίσει την αγχωτική κατάσταση.
02

στοϊκός, σχετικός με τον στωικισμό

relating to the Stoicism philosophy, that taught to suppress emotions and passions through the application of logic and reason
Παραδείγματα
Cicero was an influential Roman statesman who helped popularize Stoic philosophy to Roman noble society, promoting its message of emotional mastery through reason.
Ο Κικέρων ήταν ένας σημαντικός Ρωμαίος πολιτικός που βοήθησε να διαδοθεί η στοϊκή φιλοσοφία στην ρωμαϊκή ευγενή κοινωνία, προωθώντας το μήνυμά της για την συγκράτηση των συναισθημάτων μέσω της λογικής.
01

στοϊκός, ακόλουθος του στωικισμού

a member of the ancient Greek school of philosophy founded by Zeno
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stoics
02

στοϊκός, απαθής

a person who appears unaffected by emotions, pleasure, or pain
Παραδείγματα
The stoic accepted both victory and defeat with equal composure.
Ο στοϊκός δέχτηκε τόσο τη νίκη όσο και την ήττα με ίδια ψυχραιμία.

Λεξικό Δέντρο

stoic
sto
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store