to stock up
stock
stɒk
stok
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "stock up"στα αγγλικά

to stock up
01

αποθηκεύω, συσσωρεύω

to gather something in large amounts to keep for future use, sale, or for a particular occasion 
Transitive: to stock up on supplies
to stock up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
stock
ενεστώτας
stock up
γ΄ ενικό πρόσωπο
stocks up
ενεστώτα μετοχή
stocking up
απλός αόριστος
stocked up
παθητική μετοχή
stocked up
Παραδείγματα
Before the storm, people were stocking up on canned goods, water and batteries. 

Πριν από την καταιγίδα, οι άνθρωποι αποθήκευαν κονσέρβες, νερό και μπαταρίες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store