to stock up
Pronunciation
/stˈɑːk ˈʌp/

Ορισμός και σημασία του "stock up"στα αγγλικά

to stock up
[phrase form: stock]
01

αποθηκεύω, συσσωρεύω

to gather something in large amounts to keep for future use, sale, or for a particular occasion
Transitive: to stock up on supplies
to stock up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
stock
ενεστώτας
stock up
γ΄ ενικό πρόσωπο
stocks up
ενεστώτα μετοχή
stocking up
απλός αόριστος
stocked up
παθητική μετοχή
stocked up
Παραδείγματα
The new parents stocked up on diapers, wipes and formula for the baby.
Οι νέοι γονείς αποθήκευσαν πάνες, μαντηλάκια και γάλα για το μωρό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store