Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stock market
01
χρηματιστήριο, αγορά μετοχών
the business of trading and exchanging shares of different companies
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stock markets
Παραδείγματα
The global pandemic had a profound impact on the stock market, leading to volatile fluctuations.
Η παγκόσμια πανδημία είχε μια βαθιά επίδραση στην αγορά μετοχών, οδηγώντας σε πτητικές διακυμάνσεις.



























