stock-in-trade
stock
stɒk
stok
in
ɪn
in
trade
treɪd
treid

Ορισμός και σημασία του "stock-in-trade"στα αγγλικά

Stock-in-trade
01

εργαλεία του επαγγέλματος, υλικό εργασίας

the tools, materials, or techniques regularly used by someone in their line of work 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Wit and sarcasm are the comedian's stock-in-trade. 

Το πνεύμα και ο σαρκασμός είναι το κύριο εργαλείο του κωμικού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store