Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stock-in-trade
01
εργαλεία του επαγγέλματος, υλικό εργασίας
the tools, materials, or techniques regularly used by someone in their line of work
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Wit and sarcasm are the comedian's stock-in-trade.
Το πνεύμα και ο σαρκασμός είναι το κύριο εργαλείο του κωμικού.



























