Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stippler
01
πινέλο τελείων, εργαλείο τελείων
a tool used to apply paint or ink in a dotted pattern
02
στιπλερ, ζωγράφος που δημιουργεί εφέ στίπλινγκ
a painter who stipples (creates a stippled effect)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stipplers



























