stippler
stipp
ˈstɪp
stip
ler
lə
lē
tippler

Ορισμός και σημασία του "stippler"στα αγγλικά

01

πινέλο τελείων, εργαλείο τελείων

a tool used to apply paint or ink in a dotted pattern 
stippler definition and meaning
02

στιπλερ, ζωγράφος που δημιουργεί εφέ στίπλινγκ

a painter who stipples (creates a stippled effect) 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
stipplers

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

stippler
stipple
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store