Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stilted
01
τεχνητός, αμήχανος
showing a formal stiffness, often without a natural flow
Παραδείγματα
The new employee's interactions with colleagues were initially stilted until they got to know each other better.
Οι αλληλεπιδράσεις του νέου υπαλλήλου με τους συναδέλφους ήταν αρχικά άκαμπτες μέχρι που γνώρισαν καλύτερα ο ένας τον άλλον.
Λεξικό Δέντρο
stiltedly
unstilted
stilted



























