stilted
stil
ˈstɪl
στιλ
ted
tɪd
τιντ
quiltedjiltedtiltedwilted

Ορισμός και σημασία του "stilted"στα αγγλικά

01

τεχνητός, αμήχανος

showing a formal stiffness, often without a natural flow 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stilted
συγκριτικός βαθμός
more stilted
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
speech, behavior, communication
Παραδείγματα
Her speech at the podium felt stilted, as if she wasn't comfortable speaking in public. 

Η ομιλία της στο βήμα φάνηκε τεχνητή, σαν να μην ήταν άνετη να μιλάει δημόσια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

stiltedly
unstilted
stilted
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store