Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stilted
01
τεχνητός, αμήχανος
showing a formal stiffness, often without a natural flow
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stilted
συγκριτικός βαθμός
more stilted
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
speech, behavior, communication
Παραδείγματα
Her speech at the podium felt stilted, as if she wasn't comfortable speaking in public.
Η ομιλία της στο βήμα φάνηκε τεχνητή, σαν να μην ήταν άνετη να μιλάει δημόσια.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
stiltedly
unstilted
stilted



























