Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stifling
01
πνιγηρός, αποπνικτικός
(of weather) uncomfortably hot and lacking air circulation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stifling
συγκριτικός βαθμός
more stifling
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
weather, sensation, environment
Παραδείγματα
The stifling heat made it hard to breathe.
Η πνιγηρή ζέστη έκανε δύσκολη την αναπνοή.
Stifling
01
καταστολή, πνιγμός
forceful prevention; putting down by power or authority
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
stifling
stifle



























