stifling
Pronunciation
/ˈstaɪfəɫɪŋ/, /ˈstaɪfɫɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "stifling"στα αγγλικά

01

πνιγηρός, αποπνικτικός

(of weather) uncomfortably hot and lacking air circulation
stifling definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stifling
συγκριτικός βαθμός
more stifling
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Fans could not relieve the stifling humidity.
Οι ανεμιστήρες δεν μπορούσαν να ανακουφίσουν την πνιγηρή υγρασία.
01

καταστολή, πνιγμός

forceful prevention; putting down by power or authority
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store