Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stick by
[phrase form: stick]
01
παραμένω πιστός σε, υποστηρίζω
to remain committed to someone or something, especially during challenging or difficult times
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
by
βασικό ρήμα
stick
ενεστώτας
stick by
γ΄ ενικό πρόσωπο
sticks by
ενεστώτα μετοχή
sticking by
απλός αόριστος
stuck by
παθητική μετοχή
stuck by
Παραδείγματα
The organization pledged to stick by its values, working tirelessly to achieve its objectives.
Ο οργανισμός υποσχέθηκε να διατηρήσει τις αξίες του, εργαζόμενος ακούραστα για την επίτευξη των στόχων του.



























