stewed
stewed
stju:d
styood
sewedsteedskewed

Ορισμός και σημασία του "stewed"στα αγγλικά

01

σκαφτός, μαγειρεμένος σε σάλτσα

cooked slowly in a liquid until it becomes tender and flavorful 
stewed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stewed
συγκριτικός βαθμός
more stewed
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store