Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stetson
01
Στέτσον (εμπορικό σήμα) ένα ψηλό πίλοιο από τσόχα με φαρδύ γείσο, που φοριέται συνήθως από τους Αμερικανούς καουμπόηδες στα δυτικά μέρη
(trademark) a tall felt hat with a wide brim, usually worn by the American cowboys in the western parts
Dialect
American
stetson
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Stetsons



























