steroid
ste
ˈstɪə
στιε
roid
rɔɪd
ροϊντ
discoidannoyeddevoidconoid

Ορισμός και σημασία του "steroid"στα αγγλικά

01

στεροειδές, κορτικοστεροειδές

drugs that can be natural or made in a lab, used for medical purposes or sometimes misused to build muscles 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
steroids
Παραδείγματα
Her coach warned the team about the dangers of using steroids in sports. 

Ο προπονητής της προειδοποίησε την ομάδα για τους κινδύνους της χρήσης στεροειδών στον αθλητισμό.

02

στεροειδές

any hormone affecting the development and growth of sex organs 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

nonsteroid
steroidal
steroid
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store