beriberi
be
ˌbɛ
μπε
ri
ri
ρι
be
ˈbɛ
μπε
ri
ri
ρι
vanzettiprairieremarrycanetti

Ορισμός και σημασία του "beriberi"στα αγγλικά

01

μπερίμπερι, έλλειψη θειαμίνης

a nutritional deficiency disease caused by a lack of vitamin B1 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Mark developed weakness and difficulty walking due to beriberi caused by thiamine deficiency. 

Ο Μαρκ ανέπτυξε αδυναμία και δυσκολία στο περπάτημα λόγω μπερί-μπερί που προκλήθηκε από έλλειψη θειαμίνης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store