bereft
Pronunciation
/bɝˈɛft/

Ορισμός και σημασία του "bereft"στα αγγλικά

01

θλιμμένος, πενθών

(of people) feeling very lonely and sorrowful, particularly as a result of a loss
bereft definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bereft
συγκριτικός βαθμός
more bereft
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Losing her job left her feeling bereft and uncertain about the future.
Η απώλεια της δουλειάς της την άφησε μοναχική και αβέβαιη για το μέλλον.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store